Ενδομητρίωση... μπορεί να αντιμετωπιστεί;

01
Feb

Ενδομητρίωση... μπορεί να αντιμετωπιστεί;

Τι είναι η ενδομητρίωση;

Ενδομητρίωση καλείται η παθολογική κατάσταση, κατά την οποία ιστός που μοιάζει με ενδομήτριο, ανευρίσκεται σε περιοχές εκτός της ενδομήτριας κοιλότητας, όπως στις ωοθήκες, στο δουγλάσειο και στην υπόλοιπη περιτοναϊκή κοιλότητα. Η συχνότητα εμφάνισης της νόσου φτάνει το 22% σε ασυμπτωματικές γυναίκες και το 60% σε γυναίκες με δυσμηνόρροια. Προσβάλλει κυρίως γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας.

Ποια είναι τα συμπτώματα;

Πολλές ασθενείς δεν εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα, ενώ η έκταση της νόσου δε σχετίζεται άμεσα με τη βαρύτητα των ενοχλημάτων. Οι συμπτωματικές γυναίκες μπορεί να εμφανίζουν υπογονιμότητα, δυσμηνόρροια (πόνο κατά την περίοδο) και δυσπαρευνία (πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή).

Πώς γίνεται η διάγνωση της νόσου;

Η τελική διάγνωση της νόσου τίθεται μόνο με άμεση επισκόπηση των αλλοιώσεων με λαπαροσκόπηση ή λαπαροτομία. Όμως τα χαρακτηριστικά συμπτώματα (πόνος σε όλη τη διάρκεια της περιόδου, αλλά και κατά τις επαφές) που μπορεί να βρεθούν με το ιστορικό βοηθούν στη διάγνωση της νόσου. Το ενδοκολπικό υπερηχογράφημα μπορεί να αποκαλύψει ενδομητριώματα (κύστεις ενδομητρίωσης στις ωοθήκες) όταν αυτές υπάρχουν. Ενώ τέλος η απαραίτητη γυναικολογική εξέταση μπορεί να εντοπίσει εστίες πόνου που αντιστοιχούν σε εστίες ενδομητρίωσης.

Πώς αντιμετωπίζεται η ενδομητρίωση;

  • Απλή παρακολούθηση σε ασυμπτωματικές γυναίκες ή σε όσες εμφανίζουν ήπια συμπτώματα.
  • Χορήγηση αναλγητικών (μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη), εφόσον δεν είναι επιθυμητή η άμεση τεκνοποίηση, σε περιπτώσεις με ήπια ενδομητρίωση και ελαφρές ενοχλήσεις.
  • Ορμονική θεραπεία (αντισυλληπτικά χάπια/GnRh αγωνιστές), που αποσκοπούν στη μείωση της έντασης των συμπτωμάτων, χωρίς να θεραπεύουν τη νόσο.
  • Χειρουργική αντιμετώπιση, που κατά κανόνα διενεργείται λαπαροσκοπικά και συνήθως κατά τη διάρκεια της διαγνωστικής επέμβασης. Αποβλέπει σε καταστροφή ή εξαίρεση των εστιών, σε λύση των συμφύσεων και αποκατάσταση της ανατομίας της πυέλου.

Στη χειρουργική αντιμετώπιση τα ποσοστά υποτροπής της νόσου φτάνουν το 35% στην πενταετία, ενώ είναι ακόμη υψηλότερα στη φαρμακευτική αγωγή.

Πρέπει λοιπόν η επιλογή της θεραπείας να γίνεται εξατομικευμένα για κάθε γυναίκα, ανάλογα με τα συμπτώματα, τη βαρύτητά τους και την επιθυμία για τεκνοποίηση, έπειτα από επίσκεψή της ασθενούς στο γυναικολόγο της, ώστε να βρεθεί η καλύτερη για αυτή προσέγγιση.